Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Ανδρέα Αργυρόπουλου:ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ







ΣΑΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τ
η δεκαετία του 1960 αρχίζει να αναπτύσσεται η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση. Στόχος της είναι να ευαισθητοποιήσει τους πολίτες σε ζητήματα που έχουν σχέση με το περιβάλλον και να αγωνιστεί για την ανατροπή των παγιωμένων αντιλήψεων, που θεωρούσαν τον άνθρωπο κυρίαρχο και εξουσιαστή της φύσεως.
Από τη δεκαετία του 1990 κεντρική θέση στο χώρο της Π.Ε. κατέχει η Αειφορία η οποία προτείνει μια διαφορετική νοηματοδότηση του πολιτισμού απαιτώντας αλλαγές στην οικονομία, την πολιτική και την κοινωνία.Η Εκπαίδευση για την Αειφόρο Ανάπτυξη έχει διαρκή χαρακτήρα απευθυνόμενη σε ανθρώπους όλων των ηλικιών και των κοινωνικών ομάδων.Ξεκινά από την προσχολική ηλικία και συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου ενδοσχολικά και εξωσχολικά. Στην προσπάθειά της για ενθάρρυνση αλλαγών στην συμπεριφορά των ανθρώπων προς την κατεύθυνση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας σπουδαίο ρόλο μπορούν να παίξουν οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων και όλων των ειδικοτήτων. Το μικρό αυτό πόνημα έρχεται να συμβάλλει στον προβληματισμό αλλά και τις δράσεις που λαμβάνουν χώρα στο χώρο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την Αειφόρο Ανάπτυξη. Προβάλλει την Ορθόδοξη αντίληψη για τη Κτίση, η οποία βρίσκεται στον αντίποδα εκείνων που θεωρούν τον άνθρωπο αφέντη της φύσης. Η συγγραφή του στηρίχθηκε σε παλαιότερες εισηγήσεις σε ημερίδες αλλά και δημοσιεύσεις μας γύρω από αυτό το θέμα, οι οποίες και χρησιμοποιήθηκαν από πολλούς συναδέλφους θεολόγους και όχι μόνο, και κατά τη διδακτική πράξη αλλά και κατά την πραγματοποίηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων. Στην παρούσα έκδοση περιλαμβάνεται και βιβλιογραφία για το υπό εξέτασιν θέμα για όσους και όσες ενδιαφέρονται για βαθύτερη και ουσιαστικότερη μελέτη των σχέσεων Οικολογίας και Θεολογίας.

Χίος, Οκτώβρης 2010




Θεολογική προσέγγιση στην οικολογική κρίση


Ατυχώς εις τας ημέρας μας ο άνθρωπος, υπό την επίδρασιν ενός ακραίου ορθολογισμού και ευδαιμονισμού, έχει χάσει την αίσθησιν της ιερότητος της δημιουργίας και ενεργεί ως αυθαίρετος εξουσιαστής και βάναυσος καταπατητής της. Αντί του ευχαριστιακού και ασκητικού πνεύματος, με το οποίον εγαλούχησεν η Ορθόδοξος Εκκλησία τα τέκνα της επί αιώνας, παρατηρείται σήμερον ένας βιασμός της φύσεως προς ικανοποίησιν όχι αυξανομένης σειράς ορέξεων και επιθυμιών τας οποίας ενθαρρύνει η επικρατούσα φιλοσοφία της καταναλωτικής κοινωνίας.

Απόσπασμα από το μήνυμα του
Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου 1/9/1989


Αν την πρώτη πεντηκονταετία του εικοστού αιώνα ο ιστορικός Χριστιανισμός δέχθηκε τα πυρά για το ρόλο του στην ανάπτυξη εκμεταλλευτικών κοινωνικών συστημάτων, και γι’ αυτό βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, το δεύτερο ήμισυ του αιώνα μας τον περίμενε μια δεύτερη κατηγορία: η ευθύνη του για το οικολογικό πρόβλημα.
Η οικολογική κρίση πρωτοπαρουσιάστηκε στην Δ. Ευρώπη και τη Β. Αμερική, περιοχές όπου κατοικούν λαοί με χριστιανική παράδοση. Αυτό έκανε τους επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων και κύρια τους ιστορικούς, με πρώτο τον Αμερικανό Lynn White, να αναζητήσουν τα αίτια των προβλημάτων του περιβάλλοντος στις θεολογικές αντιλήψεις των προαναφερθεισών περιοχών.
Η μεγάλη πλειοψηφία των ειδικών έχει καταλήξει –και σ’ αυτό συμφωνούν και οι ορθόδοξοι θεολόγοι– ότι η ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου που ίσχυσε στη Δύση, ο διαχωρισμός του Δημιουργού από την δημιουργία, ήταν οι αιτίες που επέτρεψαν στον άνθρωπο να λεηλατήσει τη φύση. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η διδασκαλία για την υπεροχή του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Η χρηστική ηθική που κυριάρχησε τους προηγούμενους αιώνες (17ο-19ο) στο χώρο των επιστημόνων της φυσικής επιστήμης και όχι μόνο, υπήρξε καταστροφική. Στο διάστημα αυτό το αληθινό ταυτίστηκε με το χρήσιμο. Η φύση λοιπόν μπορούσε να λεηλατηθεί, αρκεί να προσφέρει κέρδος. Η άποψη του Ντεκάρτ ήταν ξεκάθαρη: «πρέπει να γίνουμε κύριοι και κτήτορες της φύσης».
Λανθασμένες ερμηνείες του βιβλίου της Γενέσεως, για τις οποίες πολλές ευθύνες έχει ο θεολογικός κόσμος, έδωσαν λαβή για αυθαίρετες ερμηνείες και δικαιολογίες για τη λεηλασία της φύσης και την οικολογική καταστροφή χάριν της ανθρώπινης μανίας για πλουτισμό και ικανοποίηση εγωιστικών παθών. Το «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε ... και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» (Γεν. 1,28) ερμηνεύτηκε με τρόπους που βόλεψαν πολλούς μέσα στην ιστορία.
Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία ο άνθρωπος κατά τη Δημιουργία τοποθετείται από το Θεό ως κυρίαρχος μέσα στη φύση. Μάλιστα του ανατίθεται η ονοματοδοσία των ζώων, πράγμα που στην εβραϊκή παράδοση άλλωστε, σήμαινε την εξουσία που είχε πάνω τους, τονίζοντας ταυτόχρονα την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ανθρώπου και ζωικού βασιλείου: αυτή του «προσώπου».
Το γεγονός όμως αυτό βέβαια σε καμιά περίπτωση δε δικαιώνει την αυθαίρετη χρήση – κατάχρηση του φυσικού κόσμου και τη συνεπαγόμενη οικολογική καταστροφή προς χάριν στυγνών ή αφελών ωφελιμιστικών λόγων. Αποπειρώμενοι μια ερμηνεία του ανωτέρω χωρίου της Γένεσης στα πλαίσια της Ορθόδοξης θεολογίας μπορούμε να παραθέσουμε ορισμένες σκέψεις που ελπίζουμε ότι θα βοηθήσουν στην άρση κάποιων παρεξηγήσεων.






Ο Θεός, ο Άνθρωπος και η Κτίση

και έλαβεν Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασεν, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν
Γεν. 2, 25

Η καρδιά που γνωρίζει να αγαπά συμπονεί όλη την κτίση.
Αρχ. Σοφρώνιος

Ο
 άνθρωπος πλάστηκε ως η κορωνίδα των δημιουργημάτων του Θεού και ετέθη ως άρχων της φύσης, ως κυρίαρχος και βασιλιάς. Ποια όμως είναι η έννοια και ποιο το περιεχόμενο όλων αυτών των προνομίων του;
Η έννοια της «κυριαρχίας» κατ’ αρχάς αφορά την υπερνίκηση των κινδύνων που προέρχονται από τη φύση. Ας μην ξεχνάμε ότι η ζωή των ανθρώπων τότε ήταν σε έναν συνεχή κίνδυνο, οι συνθήκες ζωής ήταν εντελώς διαφορετικές και δύσκολες.
Όμως, για να προχωρήσουμε στην ουσία του πράγματος, η «κυριαρχία» του ανθρώπου στη φύση θεολογικά δεν μπορεί να εννοηθεί ως δαιμονική εξουσία, αλλά σαν διακονία (υπηρεσία). Το «εργάζεσθαι και φυλάττειν» της Γένεσης επιτρέπει στον άνθρωπο την καλώς νοούμενη εκμετάλλευση του κόσμου, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει και τις ευθύνες του ανθρώπου για τη συντήρησή του. Δεν θέλει τον άνθρωπο αρνητικό σε κάθε βήμα της τεχνολογικής προόδου, αλλά του θυμίζει την αναγκαιότητα της σωστής χρήσης της τεχνολογίας. Ποτέ στην Ορθοδοξία δεν παρουσιάστηκαν φραγμοί για την επιστημονική πρόοδο, όπως συνέβη σε άλλα χριστιανικά δόγματα ή θρησκείες. Εκείνο που υπήρχε και υπάρχει ακόμα είναι οι ενστάσεις της για τις περιπτώσεις της καταστροφικής χρήσης των επιτευγμάτων της τεχνολογίας. Η σημερινή οικολογική κρίση –και όχι μόνον– δικαιώνει την αιώνια αξία των λόγων του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου «μη φοβηθείς την πρόοδον... φοβήθητι την αλλοτρίωσιν» (Λόγος ΚΕ΄, P.G. 35, 1224).
Είναι ξεκάθαρο στη θεολογία μας ότι η εξουσία πάντα είχε, έχει και θα έχει το περιεχόμενο της διακονίας της προσφοράς: «όποιος θέλει νάναι μεγάλος ανάμεσά σας να γίνει υπηρέτης σας» (Ματθ. 20, 26-28).
Γράφει ο καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης: «ο Χριστιανισμός δεν δίδαξε μόνο την εκκοσμίκευση του κόσμου, δηλαδή του δημιουργήματος που διακρίνεται σαφώς από το Δημιουργό του, αλλά και την εκκοσμίκευση του Θεού δηλαδή την παρουσία του ως ανθρώπου μέσα στον κόσμο, που πραγματοποιήθηκε με το Χριστό»¹.
Ο Θεός μας λοιπόν έγινε άνθρωπος και όπως λέει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος «με τη σάρκα Του μπήκε στον κόσμο για να αναπλάσει τον Αδάμ και όλη τη Δημιουργία».
Για τους ορθόδοξους είναι δεδομένη η διάκριση Δημιουργού και δημιουργήματος, δηλαδή ο Θεός είναι μέσα σ’ όλα αλλά και πέρα απ’ όλα. Έχουμε έναν πανενθεϊσμό, όχι πανθεϊσμό.
«Στον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη μπορούμε να βρούμε πολλά στοιχεία σεβασμού της φύσεως, μέσα από αυτή τη θεολογική πρακτική. Αγαπούσε τα φίδια, τα έντομα, ολόκληρη την κτίση, τα χόρτα που δεν κατέστρεφε άνευ λόγου, διότι μέσα σ’ αυτά έβλεπες τις ενέργειες του Θεού. Το ίδιο συναντάμε σε όλους τους αγίους ασκητές του Αγίου Όρους. Περπατώντας κάποτε μαζί με ένα μεγάλο σύγχρονο ασκητή, του έκανα μια σχετική ερώτηση. Και εκείνος για να μου απαντήσει πλησίασε ένα δέντρο και φίλησε ένα φύλλο. Συγχρόνως μου είπε: “Ασπαζόμαστε το ρούχο του αγίου Νεκταρίου, διότι το φορούσε ο άγιος. Πολύ περισσότερο πρέπει να ασπαζόμαστε τα λουλούδια, τα χόρτα κ.λπ., γιατί μέσα σ’ αυτά υπάρχει η ενέργεια του Θεού”. Είναι πολύ σημαντική αυτή η άποψη. Γνωρίζουν οι ασκητές ότι πρόκειται περί κτιστών πραγμάτων, περί της κτιστής φύσεως, αλλά γνωρίζουν ταυτόχρονα ότι μέσα σ’ αυτά υπάρχει η ενέργεια του Θεού, γι’ αυτό δεν καταλήγουν ούτε στην ειδωλολατρεία ούτε στον πανθεϊσμό. Σέβονται ολόκληρη την κτίση χωρίς να της αποδίδουν λατρεία»². Όπως πολύ ωραία αναφέρει στα «Μυστικά άνθη» ο Φ. Κόντογλου: «αισθάνομαι τη φύση, φύση αγιασμένη, ιερό έργο του παντοδύναμου Θεού, που δημιουργώντας την, έχυσε την αγάπη του μέσα σε κάθε πλάσμα, στις φλέβες της γης, στις φλέβες της θάλασσας, στις φλέβες των ζώων και των ανθρώπων. Κάθουμαι στο μικρό περιβολάκι μας, και μέσα στην ησυχία που είναι γύρω μου, νοιώθω μυριάδες πλάσματα, φωνές που δεν ακούγονται, και που έρχονται όχι μόνο από τα ζωντανά που βρίσκουνται μακρυά, αλλά κι από τα χρωματιστά λουλούδια, από τα χλωρά και καινούργια φύλλα των δέντρων, που από τα σκαθάρια, από τα μαμούδια, από τα πεταλούδια κι από τα μυγάκια που τριγυρίζουνε πετώντας ανάμεσα στα δροσερά άνθια και στις πρασινάδες. Μοναχά τα πουλάκια τ’ ακούγω να κελαϊδούν με τ’ αυτιά μου. Όλα σήμερα είναι ευτυχισμένα. Η ατμόσφαιρα είναι ζεστή και μοσκοβολημένη, κι ο αέρας μπαίνει δροσερός μέσα σου και φτάνει ως την καρδιά σου. Από μέσα της έχουνε φύγει τα πάθη που τη μολεύανε, κι απόμεινε καθαρή. Κι ούτε να νοιώσεις καν μπορείς πια τι θα πει κακία. Μέσα σε μια τέτοια βλογημένη πλάση, δε μπορεί να υπάρχουνε άνθρωποι φθονεροί, ραδιούργοι, μικρόλογοι, φιλοκατήγοροι, αχάριστοι, αιμοβόροι. Η κακία σου φαίνεται σαν ψευτιά, σαν ένας βραχνάς που σκόρπισε, και δεν υπάρχει πια στον κόσμο»³. Ο άνθρωπος ζώντας μέσα στη «βλογημένη πλάση» ζει ευλογημένα κοντά στο Θεό μακριά από την αλλοτρίωση των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.
Οι εγωκεντρικές επιλογές του ανθρώπου της πτώσης σύμφωνα με τους προφήτες της Π.Δ. είναι η αιτία δυσαρμονίας στη σχέση ανθρώπου κτίσης. Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει πως η γη θα καταστραφεί λόγω της απομάκρυνσης του ανθρώπου από το νόμο του Θεού. «Δια μεγάλης καταστροφής θα καταστραφεί η γη και δια βεβαίας λεηλασίας θα λεηλατηθούν οι κάτοικοι αυτής. Ταύτα θα γίνουν, διότι το στόμα του Κυρίου ώρισεν ούτως. Η γη θα πενθήσει, διότι οι κάτοικοι θα καταστραφούν. Και οι μεγάλοι άνθρωποι της γης θα πενθήσουν. Η γη είναι πλήρης ανομίας, επειδή οι κάτοικοι αυτής ημάρτησαν, παρέβησαν τον νόμον, ήλλαξαν τα θεία προστάγματα, κατήργησαν νόμους αιωνίους. Δια τούτο η κατάρα θα φάγη την γην, διότι οι κατοικούντες αυτήν ημάρτησαν. Διά τούτο πτωχοί θα είναι οι κατοικούντες την γην και ολίγοι θα είναι οι άνθρωποι, οι οποίοι θα εναπομείνουν» (Ησαΐας 24, 3-7).
Η φύση βοηθάει τον άνθρωπο να γνωρίσει το Θεό και να επικοινωνήσει μαζί του, γι’ αυτό και ο άνθρωπος πρέπει να φροντίζει να έχει αρμονικές σχέσεις μαζί της. Οι ίδιες αντιλήψεις υπάρχουν και σε άλλα βιβλία της Π.Δ.
Ο ψαλμωδός μέσα στην κτίση βλέπει την τελειότητα και την σοφία του Θεού. «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα» (Ψαλ. 18,2), «ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου Κύριε πάντα εν σοφία εποίησας» (Ψαλμ. 103). Ο άνθρωπος οφείλει δόξα στο Θεό για την ομορφιά και την τελειότητα του κόσμου. Πρέπει όμως να προσέχει να μη φτάσει στο σημείο να λατρεύσει «τη κτίσει παρά τον κτίσαντα» πράγμα που συνέβη σ’ όλες τις εποχές και που αποτελεί μεγάλη διαστροφή με τρομερές και οδυνηρές συνέπειες. Λέει ο Μεγ. Βασίλειος «ας δοξάσωμεν τον αριστοτέχνην αυτών που εδημιουργήθησαν με τόσην σοφίαν και τέχνην, και από την ωραιότητα των όσων βλέπομεν ας φανταζώμεθα τον πανωραίον, και από το μέγεθος των αισθητών αυτών και περιγραπτών σωμάτων ας αναλογιζώμεθα τον άπειρον και υπερμεγέθη, αυτόν που με το πλήθος της δυνάμεώς του υπερβαίνει πάσαν διάνοιαν. Άλλως τε αν και αγνοούμεν την φύσιν των δημιουργημάτων, εν τούτοις αυτά που υποπίπτουν καθ’ ολοκληρίαν εις τας αισθήσεις μας είναι τόσον θαυμάσια, ώστε και ο ευφυέστερος νους να αποδεικνύεται κατώτερος από τον ελάχιστον εν τω κόσμω δημιούργημα, κατώτερος τόσον εις το να δυνηθή να εξετάση αυτό όπως πρέπει, όσον και εις το να πλέξη το αντάξιον εγκώμιον εις τον δημιουργόν του. Εις αυτόν ανήκει κάθε δόξα, τιμή και δύναμις εις τους αιώνας των αιώνων» (Μέγας Βασίλειος, Εξαήμερος Ε.Π.Ε., τ.4, σ.61-63).

Η ευθύνη του ανθρώπου για τη σχέση του με την κτίση είναι μεγάλη. Έχει τη δύναμη σαν «κυρίαρχος» να οδηγήσει τον κόσμο σε μια δημιουργική κατεύθυνση. Η φύση μόνη της δεν μπορεί να πράξει τίποτε. Και αυτός είναι υπεύθυνος, εάν η κτίση υποφέρει. Ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει ότι είναι ο μεσίτης μεταξύ του Θεού και του κόσμου. Απ’ αυτόν εξαρτάται η πορεία της Δημιουργίας σε μεγάλο βαθμό. Θα πετύχει να μεταμορφώσει τον κόσμο, να τον κάνει κοινωνία αγάπης και ομορφιάς ή θα τον οδηγήσει στην καταστροφή;
Με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο δίνεται η «δυνατότητα θεώσεως στον άνθρωπο και ανακαίνισης σ’ όλη την κτίση» (Φλωρόφσκι). Η κτίση που μένει μέχρι τώρα «συστενάζει και συνωδίνει» κατά τον Παύλο αυτή «η κτίσις ελευθερωθήσεται από της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8, 19-23). Η πορεία του ανθρώπου για τη σωτηρία κατά τους πατέρες έχει να κάνει με τη φύση. Για το Μ. Βασίλειο η φύση θεωρείται «θεογνωσίας παιδευτήριον». «Θα εύρης επίσης και ότι ο κόσμος επενοήθη και έγινεν όχι τυχαίος ούτε ματαίως, αλλά δια να υπηρετήσει έναν σκοπόν ωφέλιμον και να συνεισφέρει εις τα όντα μίαν μεγάλην χρησιμότητα, εφ’ όσον βέβαια είνε πράγματι σχολείον ψυχών λογικών και εκπαιδευτήριον θεογνωσίας, το οποίον δια των ορατών και των αισθητών χειραγωγεί τον νουν προς την θεωρίαν των αοράτων, καθώς λέγει ο απόστολος, ότι «Τα αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται»» (Ρωμ. 1, 20). Μ. Βασίλειος, Εξαήμερος, Ε.Π.Ε., τ. 4, σελ. 43.

Στην υμνολογία της Εκκλησίας μας, άνθρωπος και κτίση παρουσιάζονται ενωμένοι. Η ενανθρώπιση του Χριστού για παράδειγμα που θα λυτρώσει τον κόσμο από τη φθορά φέρνει ευφροσύνη σε όλους. Ο υμνωδός καλεί όλους να ευφρανθούν: «Όρη και βουνά, πεδία και φάραγγες, λαοί και φυλαί, έθνη και πάσα πνοή, αλαλάξατε ευφροσύνης ένθεου πληρούμενα· ήλθε πάντων επεδήμησεν η λύτρωσις, Λόγος του Θεού ο άχρονος, υπό χρόνον δι’ οίκτον γενόμενος».
Στην υμνολογία των Παθών του Χριστού η συμμετοχή της Κτίσεως είναι έντονη «Θρηνεί πάσα η κτίσις, τούτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνόν επί του ξύλου ο ήλιος τας ακτίνας απέκρυψεν και το φέγγος οι αστέρες απεβάλλοντο· η γη συν πολλώ τω φόβω συνεκλονείτο...» και αλλού «πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω, θεωρούσα σε εν σταυρώ κρεμάμενον Χριστέ...».
Στην υμνολογία του Πάσχα κυριαρχεί η χαρά για τη νίκη κατά του θανάτου και της φθοράς και η βεβαιότητα για την εσχατολογική σωτηρία όλων. Ο Χριστός «συνανέστησεν εαυτώ την κτίσιν άπασαν, ο το κράτος έχων απροσμάχητον». Η κτίση «αγάλλεται και χαίρει ότι Χριστός ανέστη τριήμερος εκ τάφου».
Δεν πρέπει να παραληφθεί σε αυτό το σημείο ότι στις ευχές που έχει καθιερώσει η Εκκλησία μας για διάφορες ακολουθίες, συναντάμε αναφορές στη σχέση ανθρώπου-κτίσης με προοπτική πάντα την τελική σωτηρία όλων.Έχουμε ευχές για τις καταιγίδες, τις θεομηνίες,τις θαλασσοταραχές, την ανομβρία, για να πετύχει η σπορά, ο τρύγος κ.λπ.
Η εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας τονίζει πάντα την αρμονία των σχέσεων ανθρώπου-κτίσης. «Ο άνθρωπος ως κορωνίδα της δημιουργίας τοποθετείται πάντοτε στο προσκήνιο για να εξαρθεί τόσο η κυριαρχία του σ’αυτή όσο και η ευθύνη που έχει για τη σωστή συνύπαρξή του μ’αυτή».Ολοκληρώνοντας την απόπειρα παρουσίασης της σχέσης ανθρώπου-φύσης οφείλουμε να αναφέρουμε συμπερασματικά ότι κατά την ορθόδοξη αντίληψη ο άνθρωπος απαιτείται να κατανοήσει ότι είναι ο οικονόμος του Θεού, όχι δυνάστης αλλά φύλακας του κόσμου, ιερέας της Κτίσης. Η σχέση του με τη φύση πρέπει να είναι όπως την περιγράφει ο Άγιος Λεόντιος Κύπρου : «Με τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα, με το ξύλο και την πέτρα, μ’όλη την ορατή και αόρατη δημιουργία προσφέρω λατρεία στο Δημιουργό και Κύριο και Ποιητή των όλων. Γιατί η δημιουργία δε λατρεύει άμεσα και μόνη της τον Ποιητή και είναι με το δικό μου στόμα που οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού, που η σελήνη τον λατρεύει, που τα αστέρια το δοξάζουν, που τα νερά και οι σταγόνες και όλη η δημιουργία λατρεύει το Θεό και τον δοξάζει».



Ύλη και πνεύμα.
Άρση των παρεξηγήσεων.

Βάσει  όσων μας διδάσκει η Αγία Γραφή για τη φύση του ανθρώπου,μπορώ να πω ότι άνθρωπος δεν μπορεί να ονομάζεται μονάχα η ψυχή, ούτε μονάχα το σώμα αλλά και τα δύο μαζί.
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς,
(P.G.150, 1361B-C).

[Οί χριστιανοί] έχουν σάρκα αλλά δεν ζουν σαρκική ζωή.
Επιστολή προς Διόγνητον
ΒΕΠ 2 σ.253

Η Χριστιανική ασκητική είναι αγώνας όχι κατά, αλλά υπέρ του σώματος. Το σώμα είναι τόσο άγιο που ο ίδιος ο Θεός σαρξ εγένετο.
Αλέξανδρος Σμέμαν


Μ
ε αφορμή κάποιες εκφράσεις που υπάρχουν στα κείμενα του Απ.Παύλου διατυπώθηκαν από πολλούς ερωτήματα για το κατά πόσον στο Χριστιανισμό υποτιμάται το ανθρώπινο σώμα και η ύλη γενικότερα, κατά πόσον δηλαδή το πνεύμα έχει την προτεραιότητα, και βρίσκεται συνεπώς σ’ ανώτερη θέση από αυτή της ύλης.
Πρέπει να γίνει σαφές ότι, όταν Ο Απ. Παύλος μιλάει για «σάρκα» υποτιμητικά, δεν εννοεί την ύλη, το σώμα, αλλά τον άνθρωπο στην κατάσταση της πτώσης. Με τη λέξη «πνεύμα» δεν αναφέρεται στην ψυχή, αλλά στον άνθρωπο, στην κοινωνία του με το Θεό. Το ίδιο συμβαίνει με τους Πατέρες, όσον αφορά τη λέξη «σώμα»: δηλώνουν το φρόνημα της σάρκας.
Στην παράδοση της Εκκλησίας μας και στη διδασκαλία των Πατέρων που είναι οι ερμηνευτές των ιερών κειμένων μας είναι ξεκάθαρο ότι ο άνθρωπος δεν έχει σώμα και πνεύμα. ΕΙΝΑΙ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ. Ο Ειρηναίος της Λυών λέει «μη αν ψυχή μόνην μήτε σώμα μόνον, αλλά το συναμφότερον, είναι και λέγεσθαι άνθρωπον» ενώ ο Συμεών ο νέος Θεολόγος λέει για το σώμα ότι είναι «ανεκτίμητο δώρο του Θεού με το οποίο σώζεται». Ο Αγ.Γρηγόριος ο Παλαμάς μάλιστα θεωρεί τον άνθρωπο ανώτερο από τους αγγέλους γιατί εκτός από το πνεύμα έχει και σώμα. Ο αγώνας λοιπόν του Χριστιανισμού δεν είναι εναντίον του σώματος αλλά εναντίον του σαρκικού φρονήματος που έχει τις ρίζες του στο εγώ και αποτελέσματα καταστροφικά για τον άνθρωπο και τη φύση. Ο π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ συνήθιζε να λέει: «Σκοτώσε τη σάρκα για να αποκτήσεις ένα σώμα».
Με αφορμή τα πατερικά παραθέματα μας δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνουμε μια ιστορική και θεολογική αναφορά.
Η Εκκλησία όταν πρωτοεμφανίστηκε δέχθηκε κυρίως την πρόκληση του Γνωστικισμού, μιας αίρεσης που πίστευε ότι το ανθρώπινο σώμα είναι συνέπεια της πτώσης αλλά και άλλων, όπως, π.χ. των πλατωνιζόντων που θεωρούσαν ότι η ύλη είναι μη πραγματική και των Μανιχαίων, που τη θεωρούσαν ως δεύτερη δύναμη και δημιουργό του κακού. Χωρίς δισταγμό η εκκλησία στράφηκε αμέσως εναντίον των «πνευματιστών». Όταν ο ίδιος «ο Λόγος σαρξ εγένετο» τότε και η Εκκλησία σίγουρα δεν είχε άλλη επιλογή και καλά έκανε. Όπως έγραφε ο αείμνηστος καθηγητής Ν. Νησιώτης: «για τη χριστιανική πίστη, ο Λόγος, δεν είναι ποτέ μια ιδέα, μια αφηρημένη και θεωρητική διατύπωση, η οποία θα κατέληγε σ’ ένα θρησκευτικό σπιριτουαλισμό, ή σε μια φιλοσοφία του Είναι. Πρόκειται για το Λόγο Κτίστη, ως Πρόσωπο, ο οποίος έχει μια ύπαρξη σωματική και υλική, που συμμετέχει στη φύση μας μέσα στην υλικότητα της Δημιουργίας Του. Υπ’αυτήν την έννοια η Βίβλος δεν διδάσκει το δυαλισμό αναφορικά με τον άνθρωπο, δεν τον διαιρεί σε πνευματικό και σωματικό. Ο άνθρωπος είναι ένα όλον, πνεύμα και σώμα, και δεν υπάρχει ποιοτική προτεραιότητα, διαφορά ουσίας μεταξύ των δυο».
Ο Θεός για μας δεν είναι ιδέα, ούτε θεωρητική αρχή, αλλά παίρνει υπόσταση, μπαίνει μέσα στη ζωή μας, κοινωνάμε μαζί του με τη Θεία Κοινωνία όσο συχνά θέλουμε. Το ψωμί και το κρασί γίνονται σώμα Του και Αίμα Του. Στο Βάπτισμα, το νερό γίνεται μέσο σωματικού και ψυχικού καθαρισμού.
Η ύλη δεν είναι εχθρός μας, αγιάζεται. Τα λείψανα των Αγίων μας μένουν στην αιωνιότητα μεταφέροντας τη Χάρη των Αγίων μας. Η Ανάσταση στην οποία πιστεύουμε ακλόνητα θα είναι ανάσταση των σωμάτων και όλης της υλικής Δημιουργίας. Ο χωρισμός από τα σώματά μας θα είναι προσωρινός.
Όταν οι άλλοι θεωρούσαν το σώμα φυλακή της ψυχής ο Παύλος έλεγε «ουκ οίδατε ότι το σώμα ημών ναός του εν υμίν αγίου Πνεύματος έστιν;» (Α΄Κορ. 1, 19-20) και αλλού «Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών....Παρακαλώ ουν υμάς αδελφοί δια των οικτιρμών του Θεού παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν αγίαν ευάρεστον τω Θεώ» (Ρωμ. 12,1).
Ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο έργο του «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας» υπογραμμίζει: «σέβομαι λοιπόν την ύλη και τη θεωρώ σαν κάτι ιερό και την προσκυνώ, μια και μέσω αυτής συντελέστηκε η σωτηρία μου, και τη σέβομαι όχι ως Θεό, αλλά ως κτίσμα γεμάτο θεία ενέργεια και χάρη. Πράγματι, δεν είναι ύλη το ξύλο του σταυρού το τόσο χαριτωμένο και μακαριστό; Πράγματι δεν είναι ύλη το όρος το σεπτό και το άγιο, ο τόπος του Γολγοθά; Πράγματι δεν είναι ύλη η ζωοδότρα πέτρα, ο άγιος τάφος, η πηγή της αναστάσής μας; Πράγματι δεν είναι ύλη η μελάνη και τα δέρματα των Ευαγγελίων; Πράγματι δεν είναι ύλη η ζωογόνα Τράπεζα που μας χορηγεί τον άρτο της ζωής; Πράγματι, δεν είναι το χρυσάφι και το ασήμι, από τα οποία κατασκευάζονται οι σταυροί και άγιες εικόνες και ποτήρια; Πράγματι δεν είναι ύλη προπαντός άλλου το σώμα και το αίμα; Ή λοιπόν εξαφάνισε το σεβασμό και την προσκύνηση των εικόνων του Θεού και των φίλων του που αγιάζονται και για το λόγο αυτό δέχονται ως δώρο πάνω τους το θείο πνεύμα».

Κατά τη Δημιουργία του κόσμου, η ζωή προέρχεται από την ύλη. Ο Θεός παίρνει χώμα για να πλάσει τον άνθρωπο. Φτιάχνει τον κόσμο και βλέπει ότι είναι «καλός λίαν» (Γεν. 1, 18), ενώ ο Παύλος μας λέει «παν κτίσμα Θεού καλόν» (Α΄ Τιμοθ. 4, 4). Ο Θεός «δεν προσεφέρθη απλώς ο ίδιος ως αιτία της υπάρξεως του κόσμου, αλλ’ εδημιούργησεν ως αγαθός το χρήσιμον, ως σοφός το ωραιότατον, ως δυνατός το μέγιστον» (Μ. Βασίλειος).
Ο Δημιουργός φτιάχνει τον κόσμο από αγάπη όχι άσκοπα ή από ανάγκη. Ο Θεός των Χριστιανών «η μακαρία φύσις, η ανεξάντλητος αγαθότης, αυτό που αγαπούν όλαι αι λογικαί υπάρξεις, το πολυπόθητον κάλλος, η αρχή των όντων, η πηγή της ζωής, το νοερό φως, η άφθαστος σοφία, αυτός “εποίησεν εν αρχή τον ουρανόν και τη γην”» (Μ.Βασίλειος, Εξαήμερος Ε.Π.Ε τ.4, σελ.33).
Ο Θεός μας είναι ερωτευμένος με εμάς και τη φύση. Ο Κάλλιστος Ware λέει ότι πρέπει να μιλάμε όχι για ένα Θεό Κατασκευαστή, αλλά Θεό Εραστή και συμπληρώνει αναφέροντας ότι η δημιουργία δεν είναι τόσο μια πράξη της ελεύθερης θέλησης του, όσο της ελευθερης αγάπης του. Δεν έφτιαξε τον κόσμο και τον άφησε στη μοίρα του. Η Δημιουργία δεν έχει σχέση μόνο με το παρελθόν, αλλά και με το παρόν και το μέλλον. Ο κόσμος κατά τους Πατέρες είναι τόπος του Θεού, αφού είναι χώρος που γίνεται έκδηλη η ενέργειά Του (Ιωάννης Δαμασκηνός).




Οι Χριστιανοί μπροστά στην
οικολογική κρίση των ημερών μας

Οι άνθρωποι θα μείνουν φτωχοί,γιατί δεν θα έχουν αγάπη για τα δένδρα.
Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Η αγάπη πιο μεγάλη απ’ τη σιωπή γεφυρώνει ο Θεό με τον άνθρωπο και γεμίζει το απέραντο χάσμα με φτερά και λουλούδια.
Αγαπούμε τον ουρανό και τη γη τους ανθρώπους και τα ζώα τα ερπετά και τα έντομα.
Γιάννης Ρίτσος

Μ
ετά από όλα αυτά που προαναφέρθηκαν νομίζουμε ότι η ορθόδοξη θέση έναντι του προβλήματος της καταστροφής του περιβάλλοντος είναι σαφής. Οι θεολογικές προϋποθέσεις για τη στάση μας, η ιστορία και η λατρεία της Εκκλησίας, η θέση των προφητών και των Πατέρων δεν αφήνουν περιθώρια για καμία αμφισβήτηση.
Τίθεται όμως το ερώτημα: τι έχουν να προτείνουν οι Ορθόδοξοι, πρακτικά πλέον. στη σημερινή συγκυρία; Ο λόγος τους θα περιοριστεί σε ανώδυνα ευχολόγια ή σε οικολογικές ηθικολογίες;
Θα αρκεστούμε στα συμπεράσματα κάποιων συνεδρίων για λίγους διανοούμενους, «ειδικούς» ή «επαγγελματίες» της οικολογίας; Έχουμε κάτι να πούμε και να προτείνουμε πέρα απ’ αυτά;
Ο Ορθόδοξος λόγος για να μπορέσει να δημιουργήσει τομές πρέπει να γίνει πιο ρηξικέλευθος. Με άλλα λόγια οφείλουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πρέπει να εξηγήσουμε στον κόσμο ότι οι πολιτικές λύσεις που προτείνονται, κυρίως από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, αποσκοπούν στην, κατά το δυνατόν, θεραπεία του κακού και όχι στην πρόληψή του. Και ναι μεν στην πρώτη φάση, η θεραπεία είναι απαραίτητη για να προληφθούν χειρότερες καταστάσεις, αλλά δεν αποτελούν λύση για το οικολογικό πρόβλημα.Η ανάληψη πρωτοβουλιών για τον περιορισμό της μόλυνσης, οπωσδήποτε καταγράφεται θετικά, δεν αρκεί όμως σε καμία περίπτωση να αλλάξει την πορεία του κόσμου, ο οποίος οδεύει προς την καταστροφή. Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Θέλουμε ένα άλλο τρόπο ζωής. Τα ημίμετρα δεν αποτελούν διέξοδο δεν δίνουν προοπτική, ελπίδα.Κυβερνήσεις, παγκόσμιοι οργανισμοί και απλοί πολίτες οφείλουν να αντιληφθούν την αναγκαιότητα ενός άλλου πολιτισμού. Ενός δρόμου που θα έχει κόστος προσωπικό και πολιτικό, όμως, είναι μονόδρομος, αν θέλουμε να ζήσουμε. Τα ακίνδυνα και χωρίς κόστος ευχολόγια πρέπει να πάψουν και αποφάσεις που δεν θα υπολογίζουν το πολιτικό κόστος να ληφθούν σύντομα.Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς στο βιβλίο του Το πραγματικό και το ουσιώδες στην Πολιτική Οικονομία: «Διερωτάται κανείς, πόσοι άνθρωποι σήμερα θα ήταν διατεθειμένοι να παραιτηθούν από κάποιες αυτονόητες ανέσεις: να αρνηθούν λ.χ. τη χρήση απορρυπαντικών, άρα και των ηλεκτρικών πλυντηρίων, προκειμένου να μειωθεί η μόλυνση που προξενούν στο περιβάλλον τα χημικά απόβλητα -αν εκεί είναι το πρόβλημα. Ή πόσοι άνθρωποι θα ήταν έτοιμοι να στερηθούν έστω και μόνον τον “κλιματισμό” εσωτερικών χώρων, επειδή τα υγρά κατασκευής των κλιματιστικών συσκευών καταστρέφουν το όζον στη γήινη ατμόσφαιρα.Και το σπουδαιότερο: Με ποιες πληρέστερες ικανοποιήσεις στην καθημερινότητα του βίου θα αναπλήρωναν οι άνθρωποι την στέρηση αυτών των αυτονόητων και ευεργετικών ανέσεων που τους προσφέρει η σύγχρονη αναπτυξιακή οικονομία;
Είναι γνωστό ότι η οικονομία των φτωχότερων σήμερα χωρών του λεγόμενου “τρίτου κόσμου” θα ανακουφιζόταν σημαντικά, αν μειώνονταν τα επιτόκια των δανείων που προσφέρονται από διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς και τράπεζες. Τα επιτόκια αυτά θα μειώνονταν αν μειωνόταν το έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, έλλειμμα που υποχρεώνει σε εξωτερικό δανεισμό με υψηλά επιτόκια που η πλούσια αυτή χώρα μπορεί να προσφέρει Και το έλλειμμα του αμερικανικού ισοζυγίου θα μπορούσε να καλυφθεί με ελάχιστη φορολόγηση και υπερτίμηση των υγρών μόνο καυσίμων. Όμως, καμιά αμερικανική κυβέρνηση δεν μοιάζει διατεθειμένη να υποστεί το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η δυσαρέσκεια των αμερικανών ψηφοφόρων από την υπερτίμηση της βενζίνης των αυτοκινήτων. Έτσι -όσο και αν μοιάζει απλουστευτική η διατύπωση- για να μη δυσαρεστηθούν οι αμερικανοί καταναλωτές, λιμοκτονούν μερικά εκατομμύρια ανθρώπων σε περιοχές του “τρίτου κόσμου”.
Τέτοια προβλήματα δε λύνονται με ηθικές εκκλήσεις, αφού δεν υπάρχουν πια άξονες ηθικής συμπεριφοράς»6.
Δεν πρέπει λοιπόν να έχουμε ψευδαισθήσεις και να μένουμε σε ανώδυνες ευχές. Στη σκέψη και τη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας είναι δεδομένο ότι τα περιβαλλογικά προβλήματα συνδέονται άμεσα με το κοινωνικό πρόβλημα. Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος επιτίθεται κατά του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας που τη θεωρεί πηγή κοινωνικής ανισότητας και πόνου και η οποία οφείλεται στην αυτονόμηση του ανθρώπου από τον «Κτίσαντα».
Η Κτίση ανήκει σε όλους πέρα από διακρίσεις. Ο Ρουμάνος θεολόγος D. Staniloae μιλάει για «την κοινή κτήση της κτίσεως». Στην υποδειγματική μελέτη του Ανθρωπος και φυσικό περιβάλλον ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Ανέστης Κεσελόπουλος υπογραμμίζει: «Μόλις τελευταία γίνεται λόγος για οργανική σύνδεση και σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο οικολογικό - περιβαλλοντικό και το κοινωνικό πρόβλημα, που και τα δύο μαζί πάλι είναι αποφύσεις του ίδιου ηθικού προβλήματος που υπάρχει στο σημερινό άνθρωπο. Σύμφωνα με τα πορίσματα αρμόδιων υπηρεσιών του Ο.Η.Ε. Και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η πείνα που μαστίζει κυρίως την Αιθιοπία, το Σουδάν, τη Μαυριτανία και άλλες αφρικανικές χώρες, αν έχει ως άμεσο αίτιο τη ξηρασία και τη ραγδαία ερήμωση γόνιμων εκτάσεων, οφείλεται βασικά στο ότι η αποδυνάμωση της γης και η ερήμωσή της προκαλούνται από μονοκαλλιέργειες ειδών που απορροφά η καταναλωτική κοινωνία του Βορρά. Έτσι διαπιστώνεται το κυνικό φαινόμενο της αποστολής αποθεμάτων γαλακτοσύνης σε ετοιμοθάνατα παιδιά της Αφρικής, τη στιγμή που η γη τους, αντί να παράγει παραδοσιακές τροφές για τοπική χρήση, «στειρώνεται» με τη μονοκαλλιέργεια ζωοτροφών προορισμένων να θρέψουν αγελάδες της Ευρώπης. Ωστόσο, όμως οι Πατέρες της Εκκλησίας, πολλά χρόνια πριν, υπογράμμισαν την αλήθεια των ίσων δικαιωμάτων στη χρήση των υλικών αγαθών. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει χαρακτηριστικά ότι όλα τα πράγματα και τα χρήματα σ’ αυτόν τον κόσμο είναι κοινά για όλους τους ανθρώπους, όπως είναι ακριβώς κοινά το φως και ο αέρας που αναπνέουμε, όπως είναι κοινή η βοσκή για τα άλογα ζώα και στις πεδιάδες και στα βουνά. Προβάλλοντας ο Θεολόγος της Εκκλησίας μας το παράδειγμα των ζώων στη χρήση των αγαθών της δημιουργίας, επισημαίνει πόσο αλογότερος από τα άλογα ζώα γίνεται ο άνθρωπος όταν επιβουλεύεται τους συνανθρώπους του και τους στερεί τη χρήση αγαθών, που θα έπρεπε να μοιράζεται μαζί τους. Και κάτι ακόμη περισσότερο, τα ζώα έχουν πάντα την συναίσθηση της χρήσεως των βοσκοτόπων και όχι την αίσθηση της μόνιμης κατοχής τους. Ο άνθρωπος όμως πολύ συχνά ξεχνάει ότι για όλους τα πάντα είναι κοινά και μάλιστα μόνον για να απολαμβάνουν τη χρήση τους και όχι για να τα υποτάσσουν στην κατοχή και τη κτήση τους».
Η πρόταση των χριστιανών για την υπέρβαση των αδιεξόδων στα οποία έχει οδηγηθεί ο πλανήτης δεν μπορεί να είναι παρά ένας άλλος πολιτισμός, στηριγμένος στο ασκητικό και αντικαταναλωτικό ήθος που προβάλλει ο Χριστός και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Το ήθος αυτό είναι που απελευθερώνει τους ανθρώπους και τις κοινωνίες από τα δεσμά κάθε μορφής.Απαιτείται μια διαφορετική νοηματοδότηση της ζωής των ανθρώπων. Οι χριστιανοί οφείλουν να αγωνιστούν για την αντικατάσταση της ανεξέλεγκτης υπερκαταναλωτικής ανάπτυξης με την Αειφόρο και βιώσιμη ανάπτυξη. Η τυχόν αδιαφορία των χριστιανών για τη καταστροφική πορεία του πλανήτη αποτελεί προσβολή του ίδιου του Θεού - Δημιουργού ο οποίος έχει παραδώσει τον κόσμο στους ανθρώπους «εργάζεσθαι και φυλάττειν»(Γεν.2,15).


Υποσημειώσεις

1. Γεωργίου Μαντζαρίδη, Εισαγωγή στη Ηθική, Θεσσαλονίκη 1988,σελ. 94.
2. Αρχ.Ιερόθεου Βλάχου, «Ορθόδοξη Οικολογία», Παράδοση, τ.1, Φεβ.-Μαρτ. 1992, σελ. 3.
3. Φώτη Κόντογλου, Μυστικά Άνθη, Αθήνα 1977, σελ. 194.
4. Ιωάννη Γαλάνη, «Το καινοδιαθηκικό υπόβαθρο των σχέσεων ανθρώπου - κτίσης κατά τη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας», Τιμητικό αφιέρωμα στον ομότιμο καθηγητή Κωνσταντίνο Καλομοίρη, σελ.3 99.
5. Ιωάννου Δαμασκηνού, Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας,Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 277-279.
6. Χρήστου Γιανναρά, Το πραγματικό και το φαντασιώδες στη Πολιτική Οικονομία, Αθήνα 1989, σσ. 227-228.
7. Ανέστη Κεσελόπουλου, Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον, Αθήνα 1989, σελ. 122-123.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγουρίδη Σάββα, Οράματα και πράγματα, Αθήνα 1991.
Αργυρόπουλου Ανδρέα, Θεολογική προσέγγιση στην οικολογική κρίση, Αθήνα 1997.
Άνθρωπος και περιβάλλον, Δοκίμια για τη σχέση του ανθρώπου με τον περιβάλλοντα κόσμο,Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου, Πάφος 1994.
Αρβανίτη Ε. Χριστόφορου, Οι επιπτώσεις της οικολογικής κρίσης στο ανθρώπινο πρόσωπο, Αθήνα 2002.
Αρβανίτη Ε. Χριστόφορου, Προλεγόμενα ηθικής οικο-θεολογίας στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, Θεσσαλονίκη 2003.
Γαλάνη Ιωάννη, «Το καινοδιαθηκικό υπόβαθρο των σχέσεων ανθρώπου - κτίσης κατά τη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας», Τιμητικό αφιέρωμα στον ομότιμο καθηγητή Κωνσταντίνο Καλομοίρη, Θεσσαλονίκη 1982 ,σσ. 383-400.
Γαλάνη Ιωάννη, Η σύγχρονη οικολογική κρίση και οι Τρεις Ιεράρχες, Θεσσαλονίκη 1990.
Γιανναρά Χρήστου, Το πραγματικό και το φαντασιώδες στη Πολιτική Οικονομία, Αθήνα 1989.
Ζηζιούλα Δ.Ιωάννου, Μητροπολίτου Περγάμου, Η κτίση ως Ευχαριστία Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας, Αθήνα, 1992.
Κεσελόπουλου Ανέστη, Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον, Αθήνα 1989.
Κόντογλου Φώτη, Μυστικά Άνθη, Αθήνα 1977.
Μαντζαρίδη Γεωργίου, Εισαγωγή στη Ηθική, Θεσσαλονίκη 1988.
Μαντζαρίδη Γεωργίου, Η Εμπειρική Θεολογία στην Οικολογία και την Πολιτική, Θεσσαλονίκη 1994.
Ματσούκα Νίκου, «Επιστημονικά, φιλοσοφικά και θεολογικά στοιχεία της Εξαημέρου του Μ.Βασιλείου» στο Τόμος εόρτιος χιλιοστής εξακοσιοστής επετείου Μεγάλου Βασιλείου(379-1979), Θεσσαλονίκη 1981, σσ. 43-148.
Μπέγζου Μάριου, Δοκίμια Φιλοσοφίας της Θρησκείας Μεταμοντερνισμός και Εσχατολογία, Αθήνα 1988.
Μπέγζου Μάριου, Ανατολική Ηθική και Δυτική Τεχνική, Αθήνα 1993.
«Ορθοδοξία και φυσικό περιβάλλον», Πρακτικά Συμποσίου 3-4 Απριλίου 1997,Θεσσαλονίκη χ.χ.
Οικολογία και Εκκλησία, Κείμενα και βιβλιογραφία, Αθήνα 1999.
Οικονόμου Ηλία, Θεολογική θεώρησις του προβλήματος του περιβάλλοντος, Αθήνα 1994.
Στύλιου Ευθυμίου, Επισκόπου Αχελώου, Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον:Ιστορική και Θεολογική θεώρηση του Οικολογικού προβλήματος,Μελέτες Χριστιανικής Ανθρωπολογίας και Κοσμολογίας, Αθήνα 1989.
Στύλιου Ευθυμίου, Επισκόπου Αχελώου, Το Αστικό φαινόμενο: Ιστορική - Φιλοσοφική - Θεολογική θεώρηση, Αθήνα 1982.
Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν, Η Ορθοδοξία και το Οικολογικό πρόβλημα, Αθήνα 1990.
Sherrard Phillip, Ο βιασμός του ανθρώπου και της φύσεως, Αθήνα 1994.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Αρβανίτη Χριστόφορου, «Οι ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της οικολογικής ένταξης», Έξοδος τ. 9-13, σσ.31-33.
Αρβανίτη Χριστόφορου, «Θεολογία και οικολογική κρίση:σημεία επαφής», Έξοδος τ. 12(16), σσ.13-22.
Αργυρόπουλου Ανδρέα, «Θεολογική προσέγγιση στην οικολογική κρίση», Έξοδος τ.14(18), σσ. 5-11.
Boulgakoff S. «Ορθοδοξία και Οικονομική ζωή», Σύνορο,τ.31, σσ. 152-161.
Γιαγκάζογλου Σταύρου, «Ο κόσμος και ο άνθρωπος», Σύναξη, τ.53, σσ. 65-70.
Κεσελόπουλου Ανέστη, «Ο βιασμός της κτίσεως και η άλλη λύση», Διακονία, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 494 κ.εξ.
Κεσελόπουλου Ανέστη, «Θεολογικές επισημάνσεις για την οικολογική κρίση», Έξοδος τ.5(9), σσ. 22-25.
Μόσχου Δημήτρη, «Το ορθόδοξο ασκητικό ήθος ως συνιστώσα του πολιτικού φαινομένου», Σύναξη, τ.55, σσ. 61-71.
Νησιώτη Νικολάου, «Η φύση ως κτίση», Σύναξη, τ.14, σσ. 11-20.
Σέρραρντ Φίλιπ, «Θρησκεία, Επιστήμη και Περιβάλλον», Σύναξη, τ.34, σσ. 53-66.
Φαράντου Μέγα, «Ιδεολογικά ρεύματα και οικολογική κρίσις», Θεολογία, τ.2, σελ. 27 κ.εξ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...